Ζάκυνθος & Φιλική Εταιρεία

Η Φιλική Εταιρεία ήταν μία από τις πολλές μυστικές επαναστατικές εταιρείες που παρουσιάσθηκαν σε ολόκληρη τη νότια και ανατολική Ευρώπη κατά το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα και χρησιμοποιούσαν πολύπλοκες ιεροτελεστίες μυήσεως που θύμιζαν πολύ τον τεκτονισμό. Πριν από τη Φιλική Εταιρεία υπήρξαν και άλλες ελληνικές μυστικές οργανώσεις, αλλά λίγα είναι γνωστά γι’ αυτές. Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1814 στην Οδησσό. Ιδρυτές της ήταν ο Νικόλαος Σκουφάς, από το Κομπότι Άρτας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Ιωάννινα και ο Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο. Προτού συνεργαστούν στην Εταιρεία, και οι τρεις είχαν επαναστατική προπαιδεία.

Πότε ακριβώς ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία και ποια ήταν η ταυτότητα καθενός από τους ιδρυτές της, έχουν δευτερεύουσα σημασία μπροστά στο ίδιο το γεγονός της ίδρυσής της και στο σκοπό της, που ήταν η απελευθέρωση της πατρίδας. Τόσο οι ιδρυτές όσο και τα πρώτα μέλη της Φιλικής Εταιρείας ήταν απλοί άνθρωποι που υπέστησαν στο εξωτερικό μια βαθιά ψυχολογική και κοινωνική μεταβολή. Η Εταιρεία βρήκε σταθερούς και αφοσιωμένους υποστηρικτές στη διασπορά όχι μεταξύ των «προοδευτικών» αστών, ούτε ακόμη μεταξύ των προοδευτικών λογίων και των φιλελεύθερων αριστοκρατών, αλλά μεταξύ των μικρεμπόρων, των υπαλλήλων, των τεχνιτών, των πραματευτάδων και των μισθοφόρων στρατιωτικών.

Από το 1814 μέχρι το 1818 η Εταιρεία είχε πολύ λίγα μέλη (μόλις 42 το 1817), ενώ πέρασε τουλάχιστον ένας χρόνος από την ίδρυσή της μέχρι να αποκτήσει κάποια οργανωτική δομή και να συνταχθούν οι γνωστοί όρκοι μυήσεως των μελών της. Συντονισμένες προσπάθειες μύησης μελών δεν έγιναν πριν από το 1818, ενώ ούτε μέχρι το 1821 ανακοίνωσε η Εταιρεία το πρόγραμμά της. Κινητήρια δύναμη του όλου εγχειρήματος ήταν περισσότερο η αγάπη για την πατρίδα και ο πόθος της απελευθέρωσής της, πάρα κάτι πιο χειροπιαστό, στην αρχή τουλάχιστον. Οι ιδρυτές της Εταιρείας βέβαια, για να προσεγγίσουν νέα μέλη, άφηναν απλά να εννοηθεί ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας, υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, αλλά ακόμη και ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄, ήταν μέλη της μυστικής Ανώτατης Αρχής, η οποία υποτίθεται ότι διηύθυνε τις ενέργειες της Εταιρείας.

Η πορεία της Εταιρείας άλλαξε ριζικά κατά το τέλος του 1818 όταν προσέγγισαν τον πλούσιο έμπορο Παναγιώτη Σέκερη, ο οποίος έγινε μέλος της Αρχής και προσέφερε γενναία οικονομική υποστήριξη. Μετά την οικονομική υποστήριξη τα μέλη της Εταιρείας άρχισαν να αυξάνονται.

Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1820 ο Ξάνθος είχε δύο μυστικές συναντήσεις στην Πετρούπολη με τον Καποδίστρια, προτείνοντας του να αναλάβει την ηγεσία της Εταιρείας. Ο Καποδίστριας αρνήθηκε, επειδή πίστευε ότι ενδεχόμενη εμπλοκή του θα υπονόμευε κάθε προσπάθεια, μιας και ήταν Υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, οπότε αν τα άλλα μέλη της Ιερής Συμμαχίας πίστευαν ότι η Ρωσία υποκινούσε την Επανάσταση, θα την κατέπνιγαν από την αρχή. Έτσι υπέδειξε στον Ξάνθο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος συμφώνησε και στις 12 Απριλίου 1820 υπέγραψε Πρακτικό Αναλήψεως της Αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας.

Οι διαδικασίες, το τελετουργικό και οι βαθμοί μύησης στη Φιλική Εταιρεία ακολουθούσαν αυστηρά ιεραρχικά πρότυπα. Πρώτος βαθμός ήταν ο «αδελφοποιητός». Δεύτερος βαθμός ήταν οι «Συστημένοι». Τρίτος βαθμός ήταν οι «Ιερείς». Τέταρτος βαθμός ήταν οι «Ποιμένες», που είχαν παρόμοιο τελετουργικό μύησης με αυτό των «Ιερέων». Πέμπτος βαθμός ήταν οι «Αρχιποιμένες». Οι υπόλοιποι δύο βαθμοί των «Αφιερωμένων» και των «Αρχηγών των Αφιερωμένων» δημιουργήθηκαν από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, όταν αυτός ανέλαβε την ηγεσία της Εταιρείας το 1820. Τα μέλη των βαθμών αυτών προορίζονταν να αποτελέσουν τον στρατιωτικό τομέα της Εταιρείας. Πάνω από όλους τους βαθμούς προΐστατο η λεγόμενη «Ανώτατη Αρχή», μέλη της οποίας ήταν οι «Μεγάλοι Ιερείς των Ελευσινίων», οι οποίοι κρατούσαν μυστική τη σύνθεση της Αρχής από τα μέλη των κατώτερων βαθμών και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με συνθηματική αλληλογραφία. Μέλη της «Ανώτατης Αρχής» ήταν στην αρχή μόνο οι τρεις ιδρυτές.

Η δράση των μελών της Φιλικής Εταιρείας στη Ζάκυνθο είναι αξιοσημείωτη, καθώς μυήθηκαν τόσο απλοί πολίτες, όσο και εξέχοντα μέλη της αριστοκρατικής κοινωνίας της Ζακύνθου που φλέγονταν από τον πόθο της ελευθερίας. Ήδη από την Επανάσταση του Ορλώφ (το 1770) είχε σχηματισθεί στη Ζάκυνθο ένας πυρήνας Πελοποννησίων προσφύγων, τους οποίους οι Ζακυνθινοί αποκαλούσαν «Ζακυθινομωραΐτες» , και οι οποίοι είχαν κρατήσει επαφή με τα πατρογονικά τους και αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των Επτανήσων και του Μοριά. Τα χρόνια γύρω από την Επανάσταση ζούσε στη Ζάκυνθο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που ανεπίσημα θεωρείτο ο αρχηγός των Πελοποννησίων, αλλά και ο Άνθιμος Αργυρόπουλος, μια εξαιρετική μορφή ιερωμένου και πατριώτη. Καταγόταν από τα Ιωάννινα, αλλά καταδιώχθηκε από τον Αλή Πασά, επειδή μετά την άλωση του Σουλίου προσέφερε καταφύγιο στο μοναστήρι του στην οικογένεια του Μάρκου Μπότσαρη. Κατατρεγμένος ο Αργυρόπουλος κατέφυγε στη Ζάκυνθο, όπου διορίσθηκε εφημέριος στο μικρό ναό του Αγίου Γεώργιου της οικογένειας Λατίνου στο Ψήλωμα (τώρα Αγίου Γεωργίου των Φιλικών). Φυσικό αποτέλεσμα ήταν, μετά τη δημιουργία της Εταιρείας να γίνει προσπάθεια προσέγγισης του «Γέρου του Μοριά».

Για τη μύηση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη υπάρχουν δύο εκδοχές: η πρώτη αναφέρει ότι το 1818 μετέβη ο Πάγκαλος στη Ζάκυνθο και ένα βράδυ κάλεσε τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά και τον Πετιμεζά στο ναό του Άγιου Γεώργιου στο Ψήλωμα, όπου τους περίμενε ο Άνθιμος Αργυρόπουλος. Τους παρουσίασε το «Τρίμορφο» και τους μύησε στη Φιλική Εταιρεία. Όμως στον κατάλογο των Φιλικών που δημοσιεύει ο Φιλήμων αναφέρεται ότι ο Κολοκοτρώνης μυήθηκε από τον Σπυρίδωνα Αρβανιτάκη, έμπορο, ενώ και ο Πετιμεζάς και ο Νικηταράς αναφέρεται ότι μυήθηκαν από άλλους και όχι από τον Πάγκαλο. Και στα απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης δεν μας διαφωτίζει περισσότερο.

Εκτός όμως από τον Κολοκοτρώνη, δραστήρια και σημαντικότατα μέλη της Φιλικής με μεγάλη προσφορά, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες για την κοινωνική τους θέση ήταν ο Διονύσιος Ρώμας, ο Αναστάσιος Φλαμπουριάρης και ο Καίσαρ Ευσταθίου Λογοθέτης, οι οποίοι μυήθηκαν από τον Αριστείδη Παπά, ενώ ο Νικόλαος Καλύβας μύησε στην Εταιρεία τον Αντώνιο Μαρτινέγκο.

Μέλος της Φιλικής Εταιρείας ήταν από το 1818 και ο Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος μυήθηκε από τους Νικ. Καλύβα και Φρ. Καρβελλά.

Εξέχουσα φυσιογνωμία των Ζακυνθινών Φιλικών ήταν και ο Αντώνιος Μαρτελάος (1754-1818). Στο περίφημο, για την εποχή, σχολείο του, στο οποίο φοίτησαν μεταξύ άλλων και ο Διονύσιος Σολωμός, ο Φώσκολος, ο Τερτσέτης, ο Μάτεσης και τα παιδιά του Κολοκοτρώνη, εκτός από τα γράμματα δίδασκε και την αγάπη για την πατρίδα. Μάλιστα, στις αρχές του 19ου αιώνα είχε γράψει και ο Μαρτελάος έναν ύμνο κατά μίμηση του Ρήγα που έλεγε:

Όθεν είσθε των Ελλήνων
Παλαιά ανδρειωμένα
Κόκκαλα εσκορπισμένα
Λάβετε τώρα πνοήν.
Σταις φωνές της σάλπιγγός μου
Αφ’ το μνήμα αναστηθείτε
Και το γένος μας να ιδείτε
Εις την πρώτην του τιμήν.

Παρά τη θέρμη με την οποία αγκάλιασαν οι Ζακυνθινοί τη Φιλική Εταιρεία, δυστυχώς μελανό σημείο αποτελεί η προδοσία του Σκοπιώτη Διόγου για ποταπά κίνητρα. Ο Διόγος ήταν κρεοπώλης από τη Μάνη που είχε έρθει στη Ζάκυνθο και είχε διαφορές με τον Κολοκοτρώνη, που εργαζόταν ως ζωέμπορος. Εξαιτίας αυτών των διαφορών πήγε στα Ιωάννινα στον Αλή Πασά και κατέδωσε την Εταιρεία και τους σκοπούς της, λέγοντας ότι στη Ζάκυνθο προΐσταται ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος συνεννοείται με τον Αλεξάκη Βλαχόπουλο, που βρισκόταν στην αυλή του Αλή Πασά. Από εκεί μέσω του Άγγλου Πρόξενου στην Πρέβεζα Μέγερ το πληροφορήθηκε ο μισέλληνας Άγγλος Αρμοστής Μαίτλαντ και διέταξε τον Πέτρο Τζεν, να διεξάγει έρευνα στο σπίτι του Κολοκοτρώνη. Ο τελευταίος, ειδοποιημένος από τον Δημήτριο Σαρλή, υπάλληλο της αστυνομίας, που ήταν μέλος της Φιλικής, πρόλαβε και έκρυψε όλα τα έγγραφα στη σέλα του αλόγου του και έτσι η έρευνα απέβη άκαρπη. Ο Διόγος πλήρωσε για την προδοσία του, καθώς στα Ιωάννινα διέμενε ο Ζακυνθινός Διονύσιος Κλαυδιανός ή Κοντοράσης, μέλος της Φιλικής και αυτός, που σκότωσε τον προδότη. Παρ’ όλα αυτά η ζημιά είχε γίνει. Μια μέρα ξαφνικά Άγγλοι περικύκλωσαν το αρχοντικό του Ρώμα και ζητούσαν να κάνουν έρευνα. Ο Ρώμας κατάφερε και την απέφυγε, λέγοντας στον Άγγλο τοποτηρητή Ρως, που ήταν Τέκτονας, ότι στο αρχοντικό του βρίσκονταν έγγραφα της Τεκτονικής Στοάς. Καθώς όμως οι Άγγλοι είχαν πλέον υποψιαστεί τις προεπαναστατικές κινήσεις, ήταν δύσκολο για τον Κολοκοτρώνη να πάρει διαβατήριο και να μεταβεί στην Πελοπόννησο για να προετοιμάσει την επανάσταση, όπως του είχε ζητήσει ο Υψηλάντης. Το κατάφερε μετά από παρέμβαση του Κ. Δραγώνα, ο οποίος αν και ήταν Διευθυντής του Υγειονομικού, και επομένως υπάλληλος των Άγγλων, ήταν δραστήριος Φιλικός.

Σημαντική προσφορά είχαν και ο Παναγιώτης Στεφάνου και ο Γεώργιος Τερτσέτης. Μεταξύ των οικογενειών οι οποίες εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο μετά τα Ορλωφικά, ήταν και η οικογένεια του Πανταζή Στεφάνου από την Κορώνη. Οι εγγονοί του Ιωάννης και Παναγιώτης υπήρξαν μέλη της Φιλικής και βοήθησαν στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Μάλιστα η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) απένειμε στον Παναγιώτη έγγραφο ευγνωμοσύνης για την πατριωτική δράση του. Ο Παναγιώτης ήταν αυτός που βοήθησε και στην απελευθέρωση του χαρεμιού του Χουρσήτ Πασά κατά την πτώση της Τριπολιτσάς το 1821.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης συμμετείχε επίσης ενεργά και πολύτροπα στην Επανάσταση. Γεννημένος στη Ζάκυνθο το 1800, γνώρισε από παιδί τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Γυρνώντας από τις σπουδές του στην Ιταλία το 1820, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Νικ. Καλύβα και με την έκρηξη της Επανάστασης πήγε στην Πελοπόννησο για να πολεμήσει, παρά τη φιλάσθενη κράση του. Με την ίδρυση του πρώτου Ελληνικού Κράτους διορίστηκε από τον Καποδίστρια Καθηγητής Ιστορίας και Γαλλικών στη Στρατιωτική Σχολή Ναυπλίου και το 1830 έγινε δικαστής. Τον Τερτσέτη τον θυμάται το πανελλήνιο κυρίως επειδή έσωσε την Ελλάδα από το ανάθεμα όταν στη δίκη εναντίον του Κολοκοτρώνη για «εσχάτη προδοσία» ψήφισε μαζί με τον Αναστάσιο Πολυζωΐδη υπέρ του Κολοκοτρώνη, απόφαση για την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη, όπου και τελικά αθωώθηκε, ύστερα από τη θαυμάσια απολογία του. Διορίστηκε κατόπιν Διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Βουλής, ενώ το 1860 ο Όθων τον έστειλε σε ειδική αποστολή στο βασιλιά της Ιταλίας Βίκτωρα Εμμανουήλ Β΄ για να συζητήσουν σχέδιο για την ταυτόχρονη επανάσταση Ελλάδας – Ιταλίας με σκοπό την απελευθέρωση των Ελλήνων και Ιταλών που παρέμεναν κάτω από ξενικό ζυγό. Ακόμη έπεισε τον Κολοκοτρώνη να του υπαγορεύσει τα απομνημονεύματά του, προσφέροντας ακόμα μια υπηρεσία στο Έθνος.

Με την οργάνωση και εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας έγινε απτό το όραμα του ξεσηκωμού. Τα σχέδια για την έκρηξη της Επανάστασης ήταν ποικίλα, όμως τελικά, επειδή ακριβώς έγιναν γνωστά αποφασίστηκε στο Σκουλένι, στις 16 Φεβρουαρίου 1821, να ξεκινήσει η Επανάσταση από τη Μολδαβία στις 27 Φεβρουαρίου, την πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής, την ονομαζόμενη της Ορθοδοξίας. Οι Επτανήσιοι που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Αλέξανδρου Υψηλάντη ήταν αρκετοί ώστε να αποτελέσουν ένα ιδιαίτερο «Επτανησιακό Σώμα», αρχηγός του οποίου ήταν ο Βασίλειος Καραβίας, Ιθακήσιος. Ανάμεσα στους Ζακυνθινούς που συμμετείχαν ήταν και ο Νικόλαος Κατάνης, ο Σπυρίδων Δαλιόστρος, οι αδελφοί Νικόλαος και Θεόδωρος Καλαμάς και ο Γεώργιος Αβραμιώτης. Τελικά η εξέγερση στη Μολδοβλαχία καταπνίγηκε, ακριβώς επειδή έγινε εσπευσμένα και υπό την πίεση της αποκάλυψης των σχεδίων της, όμως αποτέλεσε το ξεκίνημα του Αγώνα για την ελευθερία, ενώ η Φιλική Εταιρεία τόνωσε στις ψυχές των Ελλήνων τον πόθο της ανεξαρτησίας.